Τα μυστικά της Δούκισσας της Πλακεντίας

Γέννηση της Σοφίας, ο έντονος φιλελληνισμός της και το ταξίδι της στην Ελλάδα

Η Σοφία ντε Μαρμπουά ( Sophie de Marbois ), γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής, στις 21 Μαρτίου του 1785. Ο λόγος που αν και Γαλλίδα γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια, ήταν γιατί ο πατέρας της Φραγκίσκος Μαρμπουά, στάλθηκε εκεί το 1774 ώς αντιπρόσωπος της Γαλλίας στο Κονγκρέσο της Φιλαδέλφειας. Εκεί έμεινε για δέκα χρόνια και το 1784 παντρεύτηκε τη κόρη του Αμερικανού Μούρ ( Moore ), διοικητή της Κουακερικής Πενσυλβανίας και ενός απο τους προέδρους της Φιλαδέλφειας. Απο το γάμο αυτό, προέκυψε ένα κοριτσάκι, η Σοφία.

0701242001360871347_0

Το 1804 και σε ηλικία 19 ετών, η Σοφία παντρεύτηκε τον Κάρολο Λεμπρέν (Lebrun), γιό του Φραγκίσκου Λεμπρέν με τον οποίο έμειναν δέκα χρόνια παντρεμένοι. Το 1813 δόθηκε στον Κάρολο ο τίτλος του Δούκα της Πλακεντίας. Μαζί έκαναν ένα κορίτσι, την Καρολίνα-Ελίζα Λεμπρέν, γεννημένη στις 20 Οκτωβρίου, ή στις 1 Νοεμβρίου του 1804. Μετά απο λίγο καιρό χώρισαν. Αυτή ήταν η πρώτη πληγή για την Σοφία.

Η Σοφία ήταν άνθρωπος που εξ’αρχής φαινόταν οτι διέφερε κατά το πλείστον απο τους υπόλοιπους. Αποτελούσε μια εκ των λαμπροτέρων προσωπικοτήτων της εποχής. Αποστρεφόταν την πολιτική και οτιδήποτε σχετιζόταν με στρατό, ενώ λάτρευε να συζητά για κοινωνικά και θρησκευτικά θέματα και οι συναναστροφές της ήταν κυρίως με ποιητές οι οποίοι την γοήτευαν απεριόριστα.

Όλοι μιλούσαν με απερίγραπτο θαυμασμό για την παραμυθένια και ποιητική ομορφιά της. Είχε σκούρα καστανά μαλλιά, μάτια βαθυκόκκινα πρός το μαύρο αλλά ωστόσο εκθαμβωτικά και προειδοποιούσαν οτι μπορούσαν να εξαγριωθούν πολύ εύκολα. Ήταν τρομερά ευφυής, εγκάρδια και αρκετά τολμηρή στις σκέψεις τις. Είχε ψυχική τόλμη, εντελώς ανεξάρτητο χαρακτήρα και ήταν αφοσιωμένη στην ιδέα της απόλυτης ελευθερίας.Έτρεφε μεγάλη αγάπη για την ποίηση ενώ της άρεσε πολύ να απαγγέλει ποιήματα όταν ήταν μόνη.

Η Σοφία ήταν πολύ αγαπητή στη δεύτερη σύζηγο του Ναπολέοντος, την Μαρία-Λουϊζα για αυτό υπήρξε και “Κυρία επι των Τιμών” της Μαρίας. Θαυμασμό πρός αυτήν όμως έτρεφε και ο ίδιος ο Ναπολέων.

Η πρώτη επαφή της Σοφίας με μια λαμπρή Ελληνική προσωπικότητα, ήταν με τον Ιωάννη Καποδίστρια τον οποίο γνώρισε στο Παρίσι το 1826. Αμέσως φάνηκε οτι οι εντυπώσεις του ενός για τον άλλο ήταν αμοιβαίες και ευνοϊκές.

Η μεγαλειώδης Σοφία και η κόρη της Ελίζα έγιναν πασίγνωστες στη χώρα μας για τον έντονο φιλελληνισμό τους. Ο Πρωτοσύγγελος Αμβρόσιος Φρατζής στο έργο του για τις εισφορές υπέρ των Ελλήνων απο την Ευρώπη και την Αμερική κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις προσφορές της Δούκισσας και της κόρης της. Είναι αλήθεια οτι προσέφεραν τόσα σε αυτό τον τόπο, όσο κανείς. Η Δούκισσα δαπάνησε υπέρογκα ποσά πρός ωφέλεια των Ελλήνων. Η δε κόρη, πούλησε όλα της τα κοσμήματα λέγοντας : “Αγαπώ καλύτερα να μη φορέσω στη ζωή μου διαμαντικά και να βοηθήσω τους Έλληνες.” Το συνολικό ποσό που δόθηκε στη χώρα μας απο τις δύο κυρίες, έφτασε τα 44.000 φράγκα !

doukisa-plakentia_b

Μάνα και κόρη “μεθυσμένες” απο τη λατρεία τους για την Ελλάδα, επιχείρησαν ένα ταξίδι για να δούν επιτέλους απο κοντά τον τόπο που τόσο αγαπούσαν. Έφτασαν για πρώτη φορά στη χώρα μας στις 22 Δεκεμβρίου του 1829. Η γενική εφημερίδα της Ελλάδος έγραψε : ” Η Δούκισσα της Πλακεντίας έφθασε μετά της θυγατρός αυτής εκ Κερκύρας είς Ναύπλιον την 22 Δεκεμβρίου μετά πολυήμερον πλούν επί του βρικίου “Άρεως”, διοικουμένου παρά του πλοιάρχου Ι. Μιαούλη και διορισθέντος παρά του Κυβερνήτου είς την διάθεσην της Δουκίσσης”.

Η Σοφία παρακολουθεί όλη την κοινωνική κίνηση και κάνει γνωριμίες με εξαιρετικούς ανθρώπους του τόπου όπως οι Μαυρομιχαλέοι και ιδιαίτερα με τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη. Γνώρισε επίσης πολλούς Αντικαποδιστριακούς οι οποίοι κατάφεραν με τον τρόπο τους να μειώσουν το θαυμασμό που αρχικά ένιωθε για τον Κυβερνήτη.

Η Σοφία είχε αρκετές παραξενιές και ιδιοτροπίες, αυτό όμως δε σήμαινε οτι ήταν απαραίτητα κακιά. Δεν ήθελε επαφές με τους δυστηχισμένους και τους αρρώστους, αλλά με τους υγιείς. Ο ασθενής της προξενούσε φρίκη ενώ υποστήριζε τον υγιή, το δυνατό και ικανό πρός εργασία. Σκοπός της ζωής της ήταν η πνευματική ανάπτυξη αυτών που άξιζαν για αυτήν. Θεωρούσε την εκπαίδευση του λαού καθήκον άλλων και όχι δικό της. Εξ’άλλου η μεγαλειώδης Γαλλίδα αριστοκράτισσα απέφευγε τον όχλο όπως και οποιονδήποτε την επισκεπτόταν χωρίς να φοράει γάντια ( ! ). Κάθε άνθρωπος έχει τις ιδιοτροπίες του και πρέπει να τον δεχόμαστε όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Ακόμα και η κόρη της διασκέδαζε πολλές φορές με τις ιδιοτροπίες της μητέρας της και μερικές φορές δεν μπορούσε να κρατηθεί και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Η ίδια η Καρολίνα-Ελίζα όμως έστελνε πολλές φορές κρυφά τη βοήθεια της στους δυστηχείς και τους πάσχοντες απο διάφορες ασθένειες.

Έτσι λοιπόν η Σοφία άρχισε το μεγάλο εκπαιδευτικό έργο της με παιδιά που προέρχονταν απο οικογένειες ηρωϊκών αγωνιστών του τόπου. Στις 19 Μαρτίου του 1830 η “Γενική Εφημερίδα της Αίγινας” έγραψε : ” Πρός την Κυρίαν Δούκισσαν της Πλακεντίας αναλαβούσαν την εκπαίδευσην των δώδεκα Ελληνίδων και μαθώσασαν επι τούτο διδάσκαλων την ενάρετον χείραν του μακαρίτου Κλεόβουλου, ομολογήσατε εκ μέρους της Κυβερνήσεως τας ανηκούσας ευχαριστίας βεβαιούντες οτι θέλομεν διαδεχθεί το έργον, του οποίου την πρώτη αρχή θέλει αποδίδει η επερχόμενη γενεά είς την φιλέλληνα και φιλάνθρωπον κ. Δούκισσαν”.

 

E0FB50AEC08B2BC8AA1F6A8B0247201A-2yhtt2hcmzvzt7vk5jwyyo

Ο φόνος του Ιωάννη Καποδίστρια
Το Δουκικό ζεύγος μάνας και κόρης δεν παρέμεινε στο Ναύπλιο αλλά ταξιδεύει συνεχώς για να απολαύσει τις ομορφιές της μοναδικής Ελληνικής φύσης και να μάθει για τους θρύλους και την ιστορία του κάθε τόπου τον οποίο επισκέπτονταν. Διέσχισαν όλη την Πελλοπόνησο αλλά πιο τακτικά πήγαιναν στην Αίγινα. Το αποτέλεσμα ήταν τον Μαϊο του 1831 να επιλέξουν την πόλη των Αθηνών ως μόνιμη εγκατάσταση τους αγοράζοντας ήδη κτήματα εκεί.

Στίς 31 Μαϊου του 1831 η Δούκισσα και η Ελίζα πήγαν στην Ιταλία. Φεύγοντας η Σοφία αναφώνησε : “Χαίρε όνειρον” ! Στην Ελλάδα είχε παραμείνει για 17 μήνες και η αποχώρηση της ήταν απροσδόκητη. Ενώ η Δούκισσα βρισκόταν στη Ρώμη, πληροφορείται απο τις εφημερίδες το τραγικό γεγονός του φόνου του Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια. Στις 9 Δεκεμβρίου σε ένα έντυπο δημοσίευμα της υποστηρίζει τους φονιάδες του Καποδίστρια. Το έντυπο της, καταλαμβάνει τρείς σελίδες, ενώ στην τέταρτη υπάρχει ένα σημείωμα της σχετικά με το φόνο. Τους δολοφόνους του Κυβερνήτη αποκαλεί “εφαμίλλους του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος και ήρωας απογόνους του Λεωνίδα”. Αρνήται την ελληνικότητα του Καποδίστρια τον οποίο και αποκαλεί προδότη. Αναφέρει οτι ενώπιον αυτής και της κόρης της, ο Καποδίστριας είχε κάποτε πεί οτι ουδέποτε θα παραχωρήσει το Σύνταγμα και οτι για να κυβερνηθούν οι Έλληνες, θα έπρεπε να εκλείψουν οι πάντες απο τα 40 χρόνια και πάνω.

Και ο Κοραής ακόμα στράφηκε εναντίον του Καποδίστρια, κατακρίνοντας τον για την χάραξη του ονόματος τους πάνω στα νομίσματα ενώ πολύ χαρακτηριστικά είπε : “Η Ελλάς δεν ανέστη. Τάφον μόνο ήλλαξε και απο νεκροθάπτην Τούρκο απέρασεν είς Έλληνα.” Το παθολογικό μίσος για τον Κυβερνήτη, κατάντησε τον Κοραή να υπερασπίζεται το άκρως μισελληνικό όργανο των Λεβαντίνων. Πάντως αυτή η μεταστροφή του κατά του Καποδίστρια είναι παράξενη διότι είναι αρκετά γνωστό οτι έτρεφε τεράστια εκτίμηση ο ένας για τον άλλον.

Ας δούμε όμως το γίνεται και απο την πλευρά του ίδιου του Καποδίστρια. Ο συγγραφέας Δημ.Καμπούρογλου στο βιβλίο του “Η Δούκισσα της Πλακεντίας” αναφέρει πολλά στοιχεία που είναι ενάντια στον Κυβερνήτη. Γράφει λοιπόν οτι αν και φερόταν με ίσο τρόπο πρός όλους, δεν μπορούσε να κρύψει την προτίμηση του πρός τους Ρώσους. Άλλωστε η Ρωσική ναυτική δύναμη στην Ελλάδα, βρισκόταν κάτω απο τις διαταγές του. Είχαν στον Καποδίστρια τέτοια υπακοή, ώστε ήθελε να τους χρησιμοποιήσει για να καταπνίξει τι πραξικόπημα του Μιαούλη στη θάλασσα. Άλλο στοιχείο, ήταν ο αντισυνταγματισμός του και η άσκοπη πολλές φορές άδικη καταδίωξη που ασκούσε σε κάθε αντίπαλο ( ένα παράδειγμα, η καταδίωξη του Τύπου, όταν ο Τύπος ζήτησε Σύνταγμα ), η αντιπάθεια του πρός τη Φιλική Εταιρία, το Μαυροκορδάτο και κάθε έναν που είχε κοινοτικά προνόμια. Επίσης δεν εξέφραζε τον θαυμασμό του για κανένα Έλληνα λόγιο της εποχής του. Κατα τον συγγραφέα πάντα, ο Καποδίστριας έκανε ένα λάθος. Οτι για να κυβερνήσει κάποιος τους Έλληνες δεν αρκεί να είναι μεγαλοφυής.Όπως οτι όσο μεγάλος και αν ήταν δεν μπορούσε να λέει : “εγώ είμαι η Ιστορία”. Αυτά λοιπόν αναφέρει ο Καμπούρογλου είσ βάρος του Ιωάννη Καποδίστρια.

Όλα αυτά που λέμε τώρα για τον φονο του Κυβερνήτη δεν θα είχαν θέση εδώ, αν στην όλη ιστορία κάποιοι δεν πήγαιναν να μπλέξουν τη Δούκισσα της Πλακεντίας. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει η Σοφία με το φόνο ; Υπάρχουν κάποιοι συνομωσιολόγοι-ερευνητές που ισχυρίζονται οτι πίσω απο το φόνο κρύβεται η ίδια η Δούκισσα η οποία προώθησε την ενέργεια αυτή πράγμα εντελώς αβάσιμο.
Άλλωστε, ο φόνος του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν, είναι και θα συνεχίζει να είναι άλυτο μυστήριο. Ποτέ κανείς δεν πρόκειται να μάθει τους δολοφόνους του.

To μοιραίο ταξίδι στην Ανατολή

Το οτι η Δούκισσα μαζί με την κόρη της Ελίζα αποφάσισαν να μείνουν για την υπόλοιπη ζωή τους στην Αθήνα, φάνηκε απο το οτι άρχισαν να αγοράζουν κτήματα κοντά στην πόλη.

Εδώ όμως υπάρχει ένα σχετικά μεγάλο χρονολογικό κενό. Το διάστημα μεταξύ των ετών 1833 – 1836 δεν υπάρχει η παραμικρή πληροφορία,ούτε καν φήμη σχετικά με το τι έκανε η Δούκισσα εκείνη την περίοδο.

Πάντοτε περίεργη φύση η Σοφία επιχειρεί το 1836 ένα περιπετειώδες ταξίδι στην Ανατολή μαζί με την Ελίζα και τη συνοδεία 30 ανθρώπων. Δεν υπάρχουν όμως λεπτομερείς αναφορές για το τι έκανε η Δούκισσα εκεί. Κάποιες διάσπαρτες πληροφορείες υπήρχαν μόνο στα Γαλλικά Προξενικά Αρχεία της Βηρυτού. Εκεί αναφέρονται κάποιες επιστολές σχετικά με τον καθημερινό βίο αυτής και της κόρης της. Αναφέρεται επίσης οτι αλληλογραφούσε συνεχώς με δικούς της ανθρώπους απο την Ευρώπη, ενώ και η ίδια λάμβανε απο αυτούς γράμματα, εφημερίδες και επιστολές. Άγνωστο όμως παραμένει με ποιούς συγκεκριμένα αλληλογραφούσε και τι έλεγε σε αυτούς.

Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν το Λίβανο. Επόμενος σταθμός η Συρία ενώ επισκέφθηκε επίσης την Ηλιούπολη ( Βααλβέκ ) και τη Δαμασκό. Όταν βρέθηκε στη Βηρυτό, νοίκιασε εκεί σπίτι, έχοντας δικιά της άμαξα ενώ η Ελίζα είχε κάποιο κιβώτιο μαζί της το οποίο περιείχε κάποια “πολύτιμα βιβλία”.
Το ταξίδι αυτό έμμελε να υποβάλλει τη Δούκισσα στη φρικτότερη δοκιμασία που μπορεί να υποστεί μια μητέρα. Το ταξίδι στην Ανατολή στάθηκε μοιραίο για τη μικρή Ελίζα. Το κλίμα και οι κακουχίες επέδρασαν ολέθρια στον υπερβολικά λεπτής φύσεως οργανισμό της κοπέλας. Τη μαύρη εκείνη ημερομηνία της 6ης Ιουνίου του 1837, η Ελίζα-Καρολίνα Λεμπραίν, μονάκριβη κόρη της Σοφίας ντε Μαρμπουά, έκλεισε για πάντα τα μάτια της. “Μην με αποχωριστείς ποτέ και θέλω το σώμα μου να επιστρέψει στην Ελλάδα” ήταν τα τελευταία λόγια της άμοιρης κόρης λίγα δευτερόλεπτα πρίν ξεψυχήσει. Αυτό σήμανε αυτομάτως την αρχή του τέλους για την τραγική μητέρα. Ακολουθώντας πιστά την επιθυμία της κόρης της, διατάζει να την ταριχεύσουν και το 1837 επιστρέφει με το πτώμα της, στην Ελλάδα.

Η επιστροφή της Δούκισσας στην Αθήνα και η εγκατάσταση της στην Πεντέλη

Η Σοφία τώρα πιά είναι αγνώριστη. Όλοι όσοι την είδαν, τρόμαξαν να τη γνωρίσουν. Το πλήγμα αυτό την γέρασε απότομα. Αν και ήταν 52 χρονών, δεν υπήρχε το παραμικρό σημάδι γήρατος πάνω της. Ούτε η παραμικρή ρυτίδα. Η ομορφιά η νεότητα και η λάμψη της κυριαρχούσαν πάνω της σε όλο τους το μεγαλείο. Απο στιγμή σε στιγμή το πρόσωπο της άλλαξε, χλώμιασε, άσπρισε. Ακόμα και τα μαλλιά της άσπρισαν ανεξήγητα γρήγορα, εντελώς αφύσικα. Ακόμα και η ενδυμασία της άλλαξε.
Πέταξε απο πάνω της την ενδυμασία που αρμόζει σε μια Δούκισσα και φόρεσε ένα απλό λευκό χιτώνα και ένα λευκό λεπτό πέπλο που έφτανε μέχρι τα πόδια της ενώ αποφεύγει κάθε είδους καλλωπισμό. Όλοι οι κάτοικοι της Αθήνας κατατρόμαξαν μόλις την είδαν. Σε όλους έδινε την εντύπωση Νεραϊδας,φαντάσματος, ή κάποιας αρχαίας ιέρειας. Ο θάνατος της μονάκριβης κόρης της όμως κλόνισε σοβαρά και την πίστη της εφόσον απομακρύνθηκε απο τη Χριστιανική θρησκεία. Δεν αλλαξοπίστησε, ούτε παρασύρθηκε απο αντιχριστιανικές αντιλήψεις αλλά κατέφυγε στις ρίζες του Χριστιανισμού δηλαδή την Παλαιά Διαθήκη. Πίστευε δέ, οτι ο Μωυσής ήταν ο μεσάζων μεταξύ αυτής και του Θεού.

Το οτι ασπάσθηκε την Ιουδαϊκή θρησκεία, ήταν κάτι το αυστηρά προσωπικό της και ουδέποτε επενέβηκε στην θρησκευτική πίστη των άλλων αλλά ούτε συζητούσε ποτέ για αυτό, όπως και ποτέ δεν προσπάθησε να προσελκύσει κα άλλους στη νέα της πίστη. Με το θάνατο της κόρης της άρχισε να έχει πολλές μεταφυσικές ανησυχίες. Λόγω του οτι έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα ζώα, πίστευε οτι οι ψυχές τους μετά το θάνατο δε χάνονται αλλά υπάρχει κάποιο μέρος στην Άλλη Ζωή που τις φιλοξενεί. Ιδιαίτερα λάτρευε τα σκυλιά.

Στις συζητήσεις της δεν επέτρεπε αντιρρήσεις. Ήταν όμως πάντοτε ευγενικότατη με λεπτούς τρόπους, δεν σταμάτησε να κάνει ευγερτήματα και ο φιλελληνισμός της δεν αμφισβητήθηκε ποτέ απο κανένα. Αποφεύγει να ασχοληθεί με τα κοινωνικά και πολιτικά θέματα που απασχολούσαν τότε τους Έλληνες. Η ίδια όταν την ρώτησαν για αυτή την πρωτοφανή αδιαφορία της, απάντησε οτι απεχθανόταν να βλέπει τους Βαυαρούς να κυκλοφορούν στους δρόμους με το αγέρωχο ύφος τους όπως αντιπαθούσε και τους Φαναριώτες. Ελάχιστους εξαιρούσε. Προτιμούσε να συναναστρέφεται με τους παλιούς αγωνιστές του τόπου καθώς και με τους συγγενείς τους.

Plaisanceold
Είναι όμως μόνη. Δεν έχει πλέον κανένα στον κόσμο. Χωρισμένη με τον άντρα της, η μία και μοναδική της κόρη, νεκρή…..κάθε μέρα που περνάει νιώθει όλο και πιο πολύ τον βαθύ και αβάσταχτο πόνο της ερήμωσης της. Παρόλα αυτά όμως παίρνει την απόφαση να ζήσει γιατί πιστεύει οτι μπορεί ακόμα να προσφέρει πολλά σε αυτή την πόλη και τους ανθρώπους της. Ανέλαβε την ανατροφή και μόρφωση των κοριτσιών των ιστορικών οικογενειών της Αθήνας. Η ίδια έγινε δασκάλα τους. Τις συμπλήρωσε τις εγκυκλοπαιδικές τους γνώσεις, τους έμαθε τη Γαλλική γλώσσα όπως τους δίδαξε τη Γαλλική αλλά και άλλων χωρών, λογοτεχνία. Αυτές οι κοπέλες, χάρη στη μόρφωση που πήραν δίπλα της, κατόρθωσαν αργότερα να προσληφθούν στην Αυλή του Βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας.

Η Σοφία λάτρευε πραγματικά αυτά τα κορίτσια που βαστούσαν απο “τζάκια” αγωνιστών. Μερικές φορές τις μάλωνε αλλά πάντοτε στοργικά. Υπήρχαν στιγμές επίσης που το βλέμμα της καρφωνόταν σε μία απο αυτές, για πολύ ώρα. Η κοπέλα τα’χανε κοκκίνιζε απο ντροπή και ερχόταν σε αμηχανία χωρίς να ξέρει ποιός είναι ο λόγος που την κοίταζε τόση ώρα. Η Σοφία προσπαθούσε να βρεί στο πρόσωπο της κοπέλας κάποια κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα της κόρης της. Και ξαφνικά άφηνε μόνες τις μαθήτριες της και έφευγε. Πήγαινε στο “μυστικό δωμάτιο” όπου είχε φυλαγμένο το γυάλινο φέρετρο με το ταριχευμένο κορμί της Ελίζας-Καρολίνας το οποίο περιστοιχιζόταν απο λευκές λαμπάδες. Στο δωμάτιο αυτό δεν επέτρεπε σε κανένα να πλησιάσει. Κανείς δεν μπορούσε ποτέ να φτάσει μέχρι εκεί. Έξω απο την πόρτα φυλούσε ακοίμητος φρουρός η Λεύκα, ένα απο τα θηριώδη σκυλιά της Δούκισσας. Εκεί η Δούκισσα καθόταν και μίλαγε στην Ελίζα σα να ήταν ζωντανή. Δεν έπαιρνε όμως καμία απάντηση και ξέσπαγε σε λυγμούς. Ύστερα σκούπιζε τα βουρκωμένα μάτια της και επέστρεφε στις μικρές της φίλες με το πιο γλυκό χαμόγελο.

Εξαιτίας αυτής της παράδοξης συμπεριφοράς της, όλοι νόμιζαν οτι η Σοφία είχε παραφρονήσει. Λίγοι την κατανοούσαν και ήταν πάντα στο πλευρό της όπως η Παναγιωτίτσα Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και η Ελένη Καψάλη Σκουζέ που την ζούσαν απο πολύ κοντά. Πέρα απο την εκπαίδευση συνιστούσε στις μαθήτριες της να τρώνε λίγο. “Ούκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος” ήταν το δόγμα της.

Ένα απλό σπίτι στην πλατεία Λουδοβίκου κοντά στη οδό Πειραιώς ήταν η πρώτη της κατοικία στην οποία σκόπευε να μείνει μέχρι να παντρευτεί η κόρη της. Ένα άλλο κτίριο της ήταν τα “Ιλίσσια Ανάκτορα” επι της λεωφόρου Βασ.Σοφίας. Το κτίριο ονομάστηκε έτσι γιατί γειτόνευε με τον Ιλισσό ποταμό.

Κάποια μέρα όμως…..το βλέμμα της έπεσε πάνω σε ένα βουνό. Της έκανε τόσο εντύπωση ! Το βουνό αυτό την μάγεψε περισσότερο απο όλα τα άλλα, την στοίχειωσε κυριολεκτικά. Ήταν η Πεντέλη ! Αμέσως επιθύμησε να την επισκεφθεί. Στον πρώτο της περίπατο εκεί, φώς και ελπίδα κυρίευσαν την ψυχή της, ανείπωτα συναισθήματα την πλυμμήρισαν που είχε τόσο καιρό να ζήσει μετά απο το τραγικό συμβάν. Η μοναδική μυρωδιά του αέρα της Πεντέλης, οι απέραντοι δρυμοί της, το παγωμένο και κρυστάλλινο νερό των πηγών, τα ποταμάκια, οι ρεμματιές και μια πρωτόγνωρη αγγελική μελωδία των πουλιών, που μόνο στην Πεντέλη μπορεί κάποιος να ακούσει, έκαναν τη Δούκισσα να πάρει τη μεγάλη απόφαση και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της λησμονημένη μέσα σε παραμυθένια δάση για να απαλύνει τον αφόρητο πόνο της.

Άρχισε να επισκέπτεται τακτικά την Πεντέλη συντροφιά πάντα με τον καλό της φίλο, τον περίφημο αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη. Είχε έρθει ο καιρός για αυτήν πλέον να εκπληρώσει ένα μεγάλο όνειρο της. Να ιδρύσει το Δουκάτο της, τη Νέα Πλακεντία. Και η Πεντέλη είχε το προνόμοιο να είναι ο τόπος ιδρύσεως της.

Αργότερα γνωρίστηκε με τους μοναχούς της Ιεράς Μονής Πεντέλης και άρχισε τις διαπραγματεύσεις μαζί τους. Στίς 27 Μαρτίου του 1840 υπογράφτηκαν τα συμβόλαια και άρχισαν αμέσως οι οικοδομικές εργασίες. Με τον Σταμάτιο Κλεάνθη και τον επίσης περίφημο γεωμέτρη-μηχανικό Αλέξανδρο Γεωργαντά, αρχίζει να χτίζει τα σπίτια της σε ειδυλλιακές τοποθεσίες του ονειρικού Βουνού των Νυμφών, μέσα σε πυκνά και βαθύσκιωτα δάση απο αιωνόβια πεύκα, πλατάνια, κυπαρίσσια και άφθονα τρεχούμενα νερά. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Τόση χαρά είχε πολύ καιρό να νιώσει. Ο αέρας του Πεντελικού που όμοιος του δεν υπάρχει πουθενά αλλού όπως και το σπανιώτατης γεύσης νερό, στάθηκαν άκρως ωφέλιμα για την ψυχολογική και σωματική υγεία της Σοφίας. Η ίδια ανέλαβε να φροντίζει το κομμάτι του δάσους που ήταν πλέον δικό της διότι πέρα απο ζωώφιλη ήταν και μεγάλη φυσιολάτρης. Έφτιαξε πανέμορφους κήπους τους οποίους γέμισε με σπάνια φυτά.

Ύστερα ζήτησε απο τους μοναχούς να της παραχωρήσουν μια τοποθεσία της επιλογής της, κοντά στο Μοναστήρι για να φτιάξει τον τάφο της καθώς και εκείνον της κόρης της.

Εκείνο τον καιρό, λεγόταν, οτι μια γριά μάντισσα είχε προφητέψει στη Δούκισσα να μην ολοκληρώσει κανένα απο τα σπίτια της στην Αθήνα και την Πεντέλη γιατί αυτό θα σήμαινε αυτομάτως το θάνατο της ! Η μεγαλόπρεπη Κυρία απο τη Γαλλία όμως δεν φάνηκε να ανησύχησε ιδιαίτερα εφόσον τα Ιλίσσια είχαν ήδη ολοκληρωθεί όπως ολοκληρωμένη ήταν και η Maisonette στην Πεντέλη. Αργότερα έβαλε μπρός για την ανέγερση του επιβλητικότερου ανακτόρου της, που ήταν και το μεγάλο όνειρο της, το περίφημο και πασίγνωστο Καστέλλο της Ροδοδάφνης ή Πύργος της Πλακεντίας. Υπήρχε πάντως η διάδοση οτι η Δούκισσα έδωσε στην περιοχή ανέγερσης του Ανακτόρου της εβραϊκό όνομα κάτι το οποίο ήταν πέρα για πέρα ψευδές όπως μας διαβεβαιώνει και ο Δημ. Καμπούρογλου. Η Σοφία ήταν άνθρωπος που αν και προερχόταν απο άλλη χώρα. ήξερε να σέβεται και να εκτιμά την Ελληνική Γή και την Ιστορία της περισσότερο απο οποιονδήποτε Έλληνα.
Τον ίδιο καιρό η Δούκισσα επισκέφθηκε τα Αρχαία Λατομεία του Πεντελικού και την περίφημη Σπηλιά των Αμώμων. Παραδόξως δεν υπάρχει καμία αναφορά σχετικά με τις εντυπώσεις της Δούκισσας απο τη Σπηλιά, αλλά όσον αφορά τα λατομεία μαρμάρου φρόντισε να μάθει τους τρόπους με τους οποίους γινόταν η εξόρυξη χάρη στον αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη.

Ενδιαφέρον έχουν οι αναφορές περιηγητών που επισκέφθηκαν την Δούκισσα της Πλακεντίας, αναφορές που μας βοηθούν να κατανοήσουμε περισσότερο αυτή τη μυστηριώδη ψυχή. Ανάμεσα σε αυτούς ο Ραγκαβής ο οποίος στα Απομνημονεύματα του διηγήται οτι μόλις έφτασε στην Πεντέλη, η Δούκισσα διέταξε αμέσως να του προσφέρουν ένα ποτήρι με “διαυγέστατον Πεντελήσιον ύδωρ”. Σίγουρα η Δούκισσα δεν είχε άδικο για τη μοναδική στο είδος της ποιότητα του νερού αυτού, όμως εντύπωση μας κάνει οτι το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να του προσφέρει ένα ποτήρι απο αυτό το νερό και μάλιστα δίνοντας αυστηρή διαταγή για αυτό !

Ένας άλλος περιγητής ονόματι Welker μοιάζει να εντυπωσιάστηκε αρκετά απο τη γνωριμία του με τη Δούκισσα της Πλακεντίας : ” Παρά τα εκατομμύρια της, η ιδιόρρυθμος αυτή γυνή ζή λιτώς και ανεπιδείκτως. Είς την Συρίαν έχασε την 18έτιδα θυγατέρα της, την οποίαν διατηρεί εντός οινοπνεύματος. Είναι γυνή πολυμαθής, αποστηθίζουσα ποιητάς και άλλους μεγάλους συγγραφείς τους οποίους απο της παιδικής της ηλικίας ανέγνωσε”.

Για τη Δούκισσα όμως γράφει και σε μια επιστολή της, η επί των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, Ιουλία φόν Νόρδενπφλυχτ ( Julia von Nordenpflycht ) : “Ίσως ηκούσατε ήδη περί της ιδιορρύθμου ταύτης γυναικός, ήτις συγκαταλέγεται μεταξύ των μάλλον περιέργων τύπων της εποχής ημών και ήτις ένεκα των ιδιοτροπιών της προκαλεί τα σχόλια του κόσμου” Η ίδια κάνει λόγο επίσης για την αντιπάθεια της Δούκισσας πρός τους Γερμανούς και ιδιαίτερα τους βασιλιάδες αλλά και για την ιδιαίτερη συμπάθεια της πρός τη δεσποινίδα Μπότσαρη, για το περίεργο ντύσιμο της, τα είκοσι (!) σκυλιά της και για την αστείρευτη γεναιοδωρία της σε αυτούς που κέρδιζαν την εύνοια της.
Η Δούκισσα δεν έφτιαξε μόνο σπίτια στην Πεντέλη αλλά καθότι ερωτευμένη παράφορα με το Βουνό φρόντισε να το στολίσει με έργα που θα προσέδιδαν μια ακόμα νότα αρμονίας στην υπερφυσική ομορφιά του τοπίου. Μερικά απο αυτά ήταν οι γέφυρες, όπως η μεγάλη γέφυρα των λατομείων και η μικρή γέφυρα του δάσους, οι πανέμορφοι δρόμοι, οι βρύσες και πόσα ακόμα τα οποία δυστηχώς σήμερα βρίσκουμε μόνο απομεινάρια ή έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Παράλληλα, δεχόταν πολλούς επισκέπτες στους οποίους το πράγμα που έκανε ήταν να τους προσφέρει ένα ποτήρι νερό και ύστερα να τους ξεναγήσει στο Βουνό της. Σε όλους έκανε εντύπωση οτι τους δεχόταν μέν θερμά, αλλά η έκφραση της ήταν πάντοτε σοβαρή και μελαγχολική. Ήταν η συνηθισμένη έκφραση του προσώπου της. Αν και γυναίκα με πολύ δυνατή καρδιά, εν τούτις, έκρυβε μέσα της βαθύτατη θλίψη.

Όλη της η ζωή ήταν αφιερωμένη στην λατρεία της νεκρής κόρης της. Δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο. Συχνά μιλούσε με το άψυχο κορμί της Ελίζας και εκείνη ήθελε να πιστεύει οτι της απαντάει. Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να κατευνάσει τον πόνο της. Κανείς όμως δεν μπορεί να γνωρίζει τι επιπτώσεις μπορεί να έχει για μια μητέρα ο χαμός του παιδιού της πόσο μάλλον όταν είναι και το μοναδικό. Το οτι αυτή η γυναίκα έψαχνε τρόπους έστω και ασυνήθιστους για να θεραπεύσει τη λύπη της, δεν σημαίνει απαραίτητα οτι ήταν “παράφρων”. Όπως λέει και ο περίφημος Καμπούρογλου, ” Δεν θα υπάρξει καμιά μητέρα που δεν θα την εννοήσει και δεν θα τη θαυμάσει”. Όσες πιθανά διαβάζετε αυτό το κείμενο και είστε μητέρες, σίγουρα καταλαβαίνετε περισσότερο.

Τη χρονιά του 1844, έρχεται μια παράξενη πληροφορεία για τη Δούκισσα. Η πληροφορεία είχε να κάνει με την ανάμιξη της στην εσωτερική πολιτική για την υποστήριξη του Κωλλέτη κατά του Μαυροκορδάτου. Σε ένα ιστορικό έργο γράφτηκαν τα εξής για τη χρονιά εκείνη : “Ο εκλογικός αγών υπήρξε οξύτατος. Η Δούκισσα της Πλακεντίας ανεμίχθη είς αυτόν, διέθεσε δε και χρήματα πρός επιτυχίαν της αντιπολιτεύσεως. Είχεν αφοσιωθεί είς τον Κωλλέτην, δια τον λόγον δε αυτόν και δι΄άλλους το Υπουργείον του Μαυροκορδάτου ηττήθει ολοσχερώς”.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας, θύμα του λήσταρχου Μπίμπιση

Μια ηλιόλουστη μέρα του Ιουνίου του 1846, καθώς η Δούκισσα μαζί με τη συνοδεία της επέστρεφε απο το Χαλάνδρι στην Πεντέλη, περνώντας απο τη ρεμματιά της Αγ.Μαρίνας, έπεσε στα χέρια του διαβόητου λήσταρχου Μπίμπιση. Ήταν ο πιο γνωστός ληστής σε ολόκληρη την Αττική. Αυτός και η συμμορία του ζητούσαν υπέρογκα ποσά για να αφήσουν τη Δούκισσα ελεύθερη. Απειλούσαν επίσης οτι θα τη σκότωναν αυτή και τη συνοδεία της αν δεν έπαιρναν τα 100 χιλιάδες τάληρα που ήθελαν. Η Δούκισσα ατάραχη, άφοβη με το επιβλητικό ανάστημα της και πάντοτε με εκείνη τη μεγαλόπρεπη και αριστοκρατική έκφραση του προσώπου της, ζήτησε -εντελώς αδιάφορη για τις απειλές απο τον Μπίμπιση- να της φέρει λίγο νερό απο μια πηγή που έρεε εκεί κοντά. Αφού ήπιε νερό, του είπε εντελώς ήρεμη και σοβαρότατη : “Ακόμα και αν με γδάρεις ζωντανή αυτή τη στιγμή, δεν πρόκειται να σου δώσω παραπάνω απο 1.000 τάληρα. Προτιμάω να με σκοτώσεις τώρα και να αφήσεις τους ανθρώπους μου ελεύθερους”. Ξαφνικά η επιθετική διάθεση του Μπίμπιση άλλαξε, λές και του ‘κανε μάγια. Άρχισε λοιπόν… να την εκλιπαρεί : “Κυρία ! Δώστε μας μόνο 200 χιλιάδες δραχμές. Θα κάνουμε καλή χρήση αυτών των χρημάτων. Θα αποσυρθούμε στην Τουρκία. Δεν θα ληστεύσουμε ποτέ κανέναν πιά και θα ευλογούμε κάθε μέρα το όνομα σας”. Εκείνη τελικά, καθότι κυρία με ανώτερες χάρες και αρετές, τον λυπήθηκε και του υποσχέθηκε οτι θα του παραχωρήσει 15.000 δραχμές. Εκείνη τη στιγμή οι Χαλανδριώτες πληροφορούμενοι για την επίθεση του ληστή κατά της Δουκίσσης, όρμησαν κατα πάνω του να τον σκοτώσουν, καθότι βαθύτατα υποχρεωμένοι στη Δούκισσα για τις ευεργεσίες της. Όταν ο φουκαράς ληστής είδε οτι ήταν αναγκασμένος να φύγει δίχως να πάρει τα χρήματα, βλέποντας τους χωρικούς να έρχονται κατα πάνω του, αποχαιρέτησε την Δούκισσα με τόσο έντονο απελπιστικό βλέμμα, που η Δούκισσα δάκρυσε. (!) Ίσα που πρόλαβε και του΄δωσε δέκα φράγκα τα οποία δέχτηκε μετ’ευγνωμοσύνης.

Βούϊξαν όλες οι εφημερίδες με το συμβάν. Όσοι την ρωτούσαν, εκείνη αρνούνταν επίμονα να μιλήσει για αυτό ή άλλαζε θέμα. Το μοναδικό πράγμα που είπε, ήταν οτι την συγκίνησε ο τρόπος που της μίλησε στο τέλος. Βέβαια η ίδια δεν ξέχασε τους χωρικούς του Χαλανδρίου που την λάτρευαν. Τους ευχαρίστησε θερμά όλους και τους έφτιαξε μια κρήνη.

Εκείνη την εποχή στην Αθήνα, υπήρχε ένα βάρβαρο θρησκευτικό έθιμο, το “Κάψιμο του Εβραίου”. Στις 23 Μαρτίου του 1847, το υποψήφιο θύμα αυτού του εθίμου, ήταν κάποιος πραγματικός Εβραίος, που όμως είχε παρουσιαστεί στην Ελλάδα ώς Άγγλος υπήκοος και Πρόξενος της Πορτογαλλίας. Το όνομα του ήταν Δόν Δαβίδ Βονιφάτσιος Πατσίφικος. Για την επίθεση εναντίον του ζήτησε τεράστια χρηματική αποζημίωση σύν 500 λίρες για την ψυχική οδύνη.

Η στάση του Βασιλιά Όθωνα για το περιστατικό ήταν πολύ αξιοπρεπής, παρόλη την ανθελληνική και αντιοθωνική πολιτική της Αγγλίας. Το θέμα έληξε χωρίς να δώσει η Ελλάδα το υπέροκγο ποσό που ζητούσε ο Εβραίος και συγχρόνως απαλλάχθηκε απο το βάρβαρο αυτό έθιμο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον διετή αποκλεισμό των Αθηνών απο τον Αγγλικό στόλο.

 

Η Δούκισσα μέχρι τότε, πρόσφερε την ελεημοσύνη της στον Πατσίφικο μόνο και μόνο γιατί τον θεωρούσε αναξιοπαθή. Ο ίδιος μάλιστα κατάφερε με πονηριά να πείσει τη Δούκισσα να του παραχωρήσει οικόπεδο ( συμβόλαιο υπ. Αριθ. 18999 / 27-3-1843, συμβολαιογράφου Κοσμά Κικκίδη ) στη θέση “Μπουμπουνίστρα” στην Αθήνα, για την ανέγερση ναού και κατοικίας του Ραββίνου, καθώς και των Ισραηλιτών της αιρέσεως του Σεφαρδείμ, φυλής του Ιούδα, που επρόκειτο να εγκατασταθούν εκεί στο μέλλον.

Η Δούκισσα όμως, έπεσε θύμα του Πατσίφικου.Ο πονηρός Εβραίος, άλλα έλεγε στη Δούκισσα εκμεταλευόμενος φυσικά στο έπακρο την καλοσύνη της και άλλα είχε στο μυαλό του. Η Σοφία καθότι πανέξυπνη, το αντιλήφθηκε αυτό, και μολονότι είχε γίνει ήδη η θεμελίωση του ναού για τον οποίο πανηγύριζε ο Πατσίφικος, έκανε αγωγή εναντίον του, ακύρωσε τη δωρεά και φρόντισε να δημοσιευτούν τα πάντα στον Τύπο ρεζιλεύοντας τον Πατσίφικο. Η απόφαση της αυτή ήταν που ενίσχυσε τα δραματικά γεγονότα του αποκλεισμού των Αθηνών.

Η πυρκαγιά της οδού Πειραιώς

Δέκα χρόνια ακριβώς μετά απο το τραγικό συμβάν του θανάτου της Ελίζας-Καρολίνας, η δύστηχη Δούκισσα της Πλακεντίας έμελλε να υποστεί το φρικτότερο μαρτύριο της ζωής της.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1847, τη νύχτα εκείνης της ημερομηνίας στις 6:30 μ.μ πυρκαγιά εκδηλώθηκε στο σπίτι της στην οδό Πειραιώς ενώ η Δούκισσα απουσίαζε στην Πεντέλη. Μέσα σε λίγη ώρα, το σπίτι είχε γίνει παρανάλωμα του πυρός. Δεν ήταν το σπίτι που κατέστρεψε διαπαντώς πλέον την τόσο ταλαιπωρημένη ψυχή της. Η μοίρα δυστηχώς δεν αρκέστηκε στο να στερήσει απο την τραγική μητέρα το μοναδικό παιδί της που αγαπούσε σε σημείο παραλογισμού, αλλά θέλησε να της στερήσει και την ύστατη παρηγοριά της. Μαζί με το σπίτι και όλα όσα ήταν μέσα σε αυτό, κάηκε και το…. φέρετρο της Ελίζας !

Τα αίτια της πυρκαγιάς παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστα. Υπάρχουν μόνο εικασίες. Κάποιοι απέδωσαν το γεγονός σε απροσεξία των υπηρετών της. Κάποιοι άλλοι εξέφραζαν υποψίες οτι η φωτιά ήταν “βαλτή” λόγω των φιλοεβραϊκών φρονημάτων της Δούκισσας. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι που έλεγαν οτι επρόκειτο για ” κατάρα Θεού” επειδή διατηρούσε άταφο το πτώμα της κόρης της. Και άλλοι πάλι έλεγαν : ” Να η λαμπάδα της πεθαμένης που βάζει τη φωτιά”. Η Δούκισσα πάντως δεν είχε σκοπό να αφήσει άταφο το σώμα της κόρης της, αλλά περίμενε να φτιαχτούν οι τάφοι και των δύο στην Πεντέλη για να την θάψει εκεί. Ένα όμως είναι το σίγουρο : Όλες οι μαρτυρίες της εποχής συμφωνούσαν σε ένα πράγμα : η φωτιά ξεκίνησε απο το υπόγειο, εκεί δηλαδή που βρισκόταν το νεκρικό δωμάτιο και συγκεκριμένα απο τις λαμπάδες που έκαιγαν πάνω απο το φέρετρο της Ελίζας.

Θρύλοι και παραδόσεις για την Δούκισσα της Πλακεντίας

Έπειτα απο αυτό, αρχίζει το τέλος για την κατακερματισμένη πλέον Δούκισσα της Πλακεντίας. Η Σοφία συνδειτοποιεί οτι δεν υπάρχει τίποτα πλέον σε αυτό τον κόσμο για να στηριχτεί. Η απέραντη μοναξιά της την οδηγεί πολλές φορές σε παρακρούσεις. Το πρόωρο γήρας κάνει εντονότερη την εμφάνιση του πάνω της, τα μαλλιά της έχουν ασπρίσει σαν το χιόνι, ενώ το σώμα της έχει αδυνατίσει σε φρικτό βαθμό. Το πρόσωπο της απίστευτα λευκό και σκελετωμένο με τεράστιους μαύρους κύκλους γύρω απο τα μάτια της δίνει την εντύπωση ζωντανής νεκρής. Ντυμένη με λευκό χιτώνα και λευκά πέπλα αρχίζει τώρα να περιπλανιέται τις νύχτες ολομόναχη μέσα στα σκοτεινά δάση του Πεντελικού σπαράζωντας απο τον πόνο. Η θλιβερή, τραγική αλλά και άκρως ανατριχιαστική σιλουέτα μιας σκελετωμένης γυναίκας με λευκά πέπλα να περιπλανιέται στις ερημιές της Πεντέλης με το σπαρακτικό θρήνο της να αντηχεί μέσα στα δάση έσπερνε τον φόβο και τον τρόμο στους δύστηχους κατοίκους της Πεντέλης που πολλές φορές την περνούσαν για κάποια Νεράϊδα ή φάντασμα. Όλοι έμεναν άφωνοι μπροστά σε αυτή την πρωτόγνωρη για αυτούς παρουσία. Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ άνθρωπο έτσι. Επόμενο λοιπόν ήταν να αυξηθεί το κουτσομπολιό, ενώ οι φήμες και τα σχόλια, οργίαζαν είς βάρος της. Φυσικά οι αμέτρητοι θρύλοι και παραδόσεις της Πεντέλης βρήκαν γόνιμο έδαφος ώστε να αναπτυχθούν περισσότερο με την εγκατάσταση αυτής της γυναίκας εκεί.
Να τι αφηγούνται οι γέροντες του Βουνού για την “Κυρά Ντουκέσσα” όπως την αποκαλούσαν : ” Η μάνα είχε τρελαθεί. Έκοψε απότομα κάθε περίπατο που έκανε πρός το Χαλάνδρι και το Γαργητό. Έκλεισε το σπίτι της σε όλο τον κόσμο, τον οποίο λές και μισούσε. Δεν ήθελε να βλέπει ούτε και εκείνους που της πήγαιναν φρέσκο ψωμί, αυγά, σύκα ή οτι άλλο, ανθρώπους που απλώς την λάτρευαν. Γύριζε με μια άσπρη νυχτικιά γύρω απο το ανάκτορο τις νύχτες, έτσι που νόμιζαν όλοι οτι ήταν κάποια Νεραϊδα. Λέγανε ακόμα πως τόσοι και τόσοι Λιοπεσιώτες τσοπάνηδες, περαστικοί απο το μέρος, έβλεπαν σε ένα ισόγειο μέρος θαμπό φώς και πως άκουγαν συχνά αναφυλλητά ή μονόλογο μουρμουρητό. Όποτε θυμόταν, όποτε της ερχόταν η λόξα της, ο άσβηστος πόνος της, κατέβαινε και έκανε ώρες ατελείωτες τις νύχτες συντροφιά με την κόρη της. Απο τότε οι περαστικοί απέφευγαν να περάσουν απο εκεί γιατί πίστευαν οτι το σπίτι είχε στοιχειώσει.”

Το τέλος

1848. Απο εκείνη τη χρονιά άρχισε μια νέα ζωή για την δύστηχη Δούκισσα που ήταν και η τελευταία της αλλά η πιο συνταρακτική.

Είναι ολομόναχη πλέον στον κόσμο, εφόσον και η τελευταία της παρηγοριά, το ταριχευμένο σώμα της Ελίζας είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Πήρε την απόφαση να μεγαλώσει τον κύκλο των επισκεπτών της, αλλά και τον αριθμό των σκύλων της. Δεν ήταν φυσικό για αυτήν να περιφέρεται ολομόναχη μέσα σε μοναχικά, άδεια και σκοτεινά ανάκτορα. Στούς σκύλους της δέ, ανέθεσε την ασφάλεια της. Είχε δύο σκύλους, ένας να φυλάει το δωμάτιο της απ’έξω και άλλος ένας ήταν μέσα. Τόση ήταν η αγάπη της για αυτά, που όταν είχε επισκέψεις, φρόντιζε να μην γίνεται θόρυβος για να μην ενοχλούνται !

Τότε ήταν που είχαν αρχίσει τα σχόλια εις βάρος της οτι δήθεν είχε πολλούς εραστές, φτάνωντας στο σημείο να αναφέρονται ονόματα που δεν είχαν καμία σχέση με αυτήν. Άλλοι έλεγαν οτι ήταν Ιουδαία και όχι Γαλλίδα και άλλοι οτι σκορπούσε τα πλούτη της εδώ και ‘κεί πρός δικιά της μόνο ευχαρίστηση ξεχνώντας βέβαια όλοι αυτοί τις ασταμάτητες δωρεές, τα ευεγερτήματα και τα έργα της.
1849. Ήταν η εποχή που η εκκεντρικότητα, οι ιδιορυθμίες και το ντύσιμο της Δούκισσας ήταν το πρωτεύων θέμα κουτσομπολιού της Αθηναϊκής κοινωνίας. Περιφερόταν απο την Αθήνα στην Πεντέλη με μια άμαξα ντυμένη πάντοτε με λευκά φορέματα και πέπλα και με συνοδεία ενός πελώριου λευκού σκύλου. Αυτή η πρωτοφανής για τους Έλληνες εικόνα, έδινε αφορμή για να αφηγούνται πολλά παράδοξα για αυτήν. Τα θηριώδη όμως σκυλιά της, ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων. Υπάρχει και μια ιστορία για ένα άτυχο γέροντα ο οποίος κατασπαράχθηκε κυριολεκτικά απο αυτούς όταν τόλμησε να μπεί στο σπίτι της.

Παρόλη την κακία του κόσμου όμως η Δούκισσα δεν σταμάτησε ποτέ να προσφέρει την ελεημοσύνη της. Πίστευε οτι αυτή ήταν η αποστολή της. Είχε φτιάξει και μια κρήνη στην Πεντέλη που απο πάνω της είχε την επιγραφή “Aux passants” ( τοις διαβάταις ) για να πίνουν απο κεί νερό οι περαστικοί στην υγεία της “Κυρά-Ντουκέσσας”.

Στους κύκλους της Δούκισσας υπήρχαν λίγες ονομαστές Κυρίες όπως η Κυρία Τεμπώ και η κόρη Γεωργαντά. Επίσης οι σύζηγοι και οι κόρες των διάσημων αγωνιστών του τόπου. Με αυτούς που απέφευγε οποιαδήποτε σχέση ήταν οι Φαναριώτες και όσοι ήταν στη Βασιλική Αυλή. Οι οικογένειες Λεβίδου και Γεωργαντά καθώς και η απο παλιά καλές της φίλες Παναγιωτίτσα Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και Ελένη Καψάλη Σκουζέ ήταν πάντοτε μέσα στην καρδιά της. Όσο για το εξωτερικό, συνδέθηκε πολύ με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή του Καρόλου Λεβέκ. Οι νυχτερινές συναθροίσεις της Δούκισσας βασίζονταν σε περικοπές ποιημάτων και στην ανάπτυξη διάφορων θεωριών της. Κάπως έτσι κύλησε και η επόμενη χρονιά.

1851. Η υγεία της Δουκίσσης κλονίστηκε σοβαρά κατα το έτος 1850, ενώ ένα χρόνο αργότερα, η κατάσταση της επιδεινώθηκε. Αυτό οφειλόταν κατα κύριο λόγο στην αγιάτρευτη μελαγχολία της. Επιθυμούσε τουλάχιστον να ζήσει να προλάβει την ολοκλήρωση του Καστέλου της Ροδοδάφνης.
1852. Εκείνο το έτος την επισκέφθηκαν πολλοί περιηγητές όπως ο Henry.M.Braid, o David d’ Angers, o Theophile Gautier και ο About. Όλοι πάνω-κάτω έγραψαν πράγματα γνωστά για τη Δούκισσα χωρίς να προσθέσουν τίποτα νεότερο. Έκπληξη πάντως προκάλεσε στον David d’ Angers τα ποιητικά τοπία της Πεντέλης και πιο πολύ η λίμνη της, το Θαλάσσι, την οποία ο ίδιος έγραψε οτι επιθυμούσε πολύ να δεί και την αποκάλεσε “une grenouille de lac”.

Tην ίδια χρονιά ο Βασιλιάς Όθωνας επιθυμεί να νοικιάσει, να αγοράσει ή ακόμα και να του χαριστεί ο Πύργος της Πλακεντίας. Ο Βασιλιάς δεν συμφώνησε με τους όρους της Δούκισσας και εγκατέλειψε απογοητευμένος κάθε ελπίδα για την απόκτηση του Ανακτόρου.

Ο χαρακτήρας της ήταν πάντα καθορισμένος, η θέληση της ακλόνιτη, οι αντιπάθειες της αμετάβλητες και η αγάπη της πρός τη ζωή απεριόριστη. Αυτή ήταν πάντα η Δούκισσα της Πλακεντίας και αυτή συνέχισε να είναι μέχρι το τέλος της ζωής της, χωρίς να αφήσει να την επηρεάσουν οι συμφορές που την έβρισκαν η μία μετά την άλλη. Μια λεγεώνα σκύλων άξιοι να καταβροχθίσουν άνετα τον οποιοδήποτε, ήταν οι καλύτεροι φίλοι της και σωματοφύλακες της. Η περιουσία της ενώ είναι τεράστια σε βαθμό που θα μπορούσε να έχει ολόκληρη την Αθήνα στα πόδια της, τη δίνει για την ανέγερση των μεγάρων της αλλά δεν παραλείπει ποτέ να κάνει ευεργετήματα ακόμα και να δίνει δάνεια στις μεγαλύτερες προσωπικότητες του τόπου. Ποτέ όμως δεν περίμενε και ούτε δεχόταν αντάλλαγμα για τις δωρεές της. Τις αρέσει να γνωρίζει διαρκώς καινούριους ανθρώπους, αλλά ευσπρόδεκτοι στο σπίτι της είναι μόνο όσοι φορούν γάντια (;;;) Θα τους περιφέρει με την άμαξα της σε όλο το Πεντελικό αλλά και στην πόλη, θα τους προσκαλέσει για φαγητό στο σπίτι της αλλά πάντα με την συντροφιά των σκύλων της.

Τα γεύματα της ήταν τόσο λιτά, σε βαθμό ατροφίας. Όσοι την επισκέπτονταν, έφευγαν τρείς φορές πιο πεινασμένοι απο όσο ήταν στην αρχή. Και αυτό γιατί δεν θεωρούσε το φαγητό ώς είδος απόλαυσης, αλλά συντήρησης. Έτρωγε τόσο όσο χρειαζόταν για να μην πεθάνει. Άλλωστε ήταν γυναίκα που περιφρονούσε τις υλικές ηδονές κάθε είδους και έδινε βάρος στην ψυχή και το πνεύμα.
Το 1886 δημοσιεύτηκε ένα έγγραφο 16 μόνο σελίδων με την επιγραφή : “Δημοσθένους Βρατσάνου : Τρείς μήνες παρά τη Δουκίσση της Πλακεντίας έργον πρωτότυπον-Φυλλάδιον πρώτον”. Το χειρόγραφο αυτό αποτελείται απο 13 κεφάλαια εκ των οποίων λείπει το 12 κεφάλαιο. Τα Απομνημονεύματα αυτά γράφτηκαν απο το Δημοσθένη Βρατσάνο, γραμματέα της Δουκίσσης, ο οποίος την έζησε απο πολύ κοντά, παίρνωντας και την στοιχειώδη παιδεία απο αυτήν. Το έργο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και όχι σε “αποκυήματα φαντασίας”΄όπως αρχικά πιστευόταν, αναφερόμενο σε άγνωστες, κρυφές πτυχές της ζωής της μυστηριώδους γυναίκας. Ο Δημοσθένης Βρατσάνος δηλώνει οτι κάνει μια εξιστόρηση τριών μηνών που έζησε πλάι στη Δούκισσα ως γραμματέας, με αρκετές εντυπώσεις απο μια επίσημα ιδίοτροπη ύπαρξη. Πιο κάτω γράφει οτι για μια τέτοια θαυμαστή γυναίκα, δεν ήθελε να γράψει αυτό το έργο ώς ιστορικός, αλλά ώς ποιητής. Διότι ή ίδια η ζωή της Δούκισσας είναι πράγματι ένα τραγικό ποίημα. Πιο κάτω, αναφερόμενος στις εντυπώσεις που είχε προκαλέσει στην Αθήνα, λέει οτι και μόνο ο τίτλος “Δούκισσα” ήταν ικανός για να προξενεί τα σχόλια σε μια κοινωνία με έθιμα και συνήθειες που για τη Γαλλίδα ήταν εντελώς άγνωστα. Λέει επίσης οτι πολλοί ήταν αυτοί που προσπάθησαν να την πλησιάσουν αλλά οι περισσότεροι ένιωθαν μια έντονη απόκοσμη ατμόσφαιρα να την περιτριγυρίζει. Ήταν άλλοι που την θεωρούσαν σκληρή δύστροπη, απρόσιτη και απάνθρωπη, αλλά με….ευγενική καρδιά ! Ήταν και αυτοί που την τιμούσαν, την λάτρευαν και ευλογούσαν το όνομα της για τις ευεργεσίες της και την καλοσύνη της. Συχνά λεγόταν οτι δεν σήκωνε ποτέ αντιρρήσεις στις συζητήσεις της, αλλά παρόλες τις ιδιοτροπίες της δεν μπορούσε κανείς να την αντιπαθήσει. Ακόμα και ο ίδιος ο Βρατσάνος δήλωνε ταγμένος υπέρ της. Εξηγεί επίσης οτι δεν ήταν απο τη φύση της ιδιότροπη, αλλά έγινε έτσι απο το θάνατο της κόρης της και έπειτα.

Παρακάτω αναφέρεται η πρώτη επίσκεψη του Βρατσάνου στα Ιλίσσια Ανάκτορα μαζί με τον Σπύρο Θεοτόκη, Κόμη της Αγγλικής Αριστοκρατίας, ο οποίος ήθελε να τον γνωρίσει στην Δούκισσα, κρίνοντας τον άξιο για γραμματέα της. Ο Βρατσάνος ήταν διστακτικός στην αρχή. Είχε ήδη ακούσει πάρα πολλά όμως τον βεβαίωσαν οτι το μόνο αληθινό που έχει ειπωθεί για αυτήν, ήταν η ιδιοτροπία της. Ο Κόμης προειδοποίησε τον 20χρονο νέο για τον παράξενο χαρακτήρα της και οτι ήταν πολύ δύσκολη στις εκτιμήσεις της. Μεταξύ άλλων του τόνισε : ” Όσον ιδιότροπος και αν φανεί πρός εσάς η Δούκισσα, σείς πρέπει να συμπαθήτε ετι μάλλον πρός αυτήν. Τουλάχιστον ούτω συμφέρει να δείκνυσθε, κλίνετε είς τας εκτιμήσεις της, τας λίαν αποτόμους ενίοτε και εκτελείτε μετά προθυμίας και οτι ακόμη ήθελε διεγείρει την αντιπάθεια σας”.

Έτσι λοιπόν έδωσαν τα χέρια και ξεκίνησαν για τα Ιλίσσια. Όταν έφτασαν ο Κόμης αναφώνησε “Ιδού τα Ιλίσσια”. Ο Βρατσάνος έδωσε μια πολύ περίεργη απάντηση : “Αλλά και η Κόλασις”. Ο Κόμης απόρησε πώς του’ρθε και είπε τέτοια λέξη αφού ήταν μπροστά στις πύλες ενός αριστοκρατικού “παραδείσου” όπως του είπε χαρακτηριστικά. Ο Βρατσάνος έδωσε μια επίσης παράξενη απάντηση : ” Απο την θέαν της κεφαλής ενός σκύλου, με τη διαφορά οτι η Κυρία Δούκισσα έχει τας “δώδεκας κεφαλάς του Κερβέρου είς μίαν”. Αργότερα ακολούθησε μια φιλοσοφική συζήτηση των δύο περί Παραδείσου και Κολάσεως (;). Ο Δ.Βρατσάνος περιγράφει τα Ιλίσσια κάνωντας λόγο για την εντελώς έρημη αυλή του ανακτόρου που του έδινε την εντύπωση αρχαίου νεκροταφείου. Το μέρος όμως σύμφωνα με τις περιγραφές του, επέβαλλε τον σεβασμό σε όποιον περνούσε τις πύλες. Ο Κόμης ήταν πολύ χαρούμενος που θα γνώριζε επιτέλους στην Δούκισσα το μελλοντικό γραμματέα της. Ο Βρατσάνος παραδόξως, ήταν πολύ στεναχωρημένος.

Ο νέος τα’χασε αντικρύζοντας το τόσο ασυνήθιστο για τα μάτια του κτίριο. Όλο το εσωτερικό ήταν τρισκότεινο, μελαγχολικό και εντελώς….άδειο ! Δίκαια μπορεί κάποιος να απορήσει πώς μπορούσε να ζεί μια γυναίκα ολομόναχη μέσα σε ένα γιγάντιο και έρημο ανάκτορο. Στάθηκε για λίγο σαστισμένος όταν ακούστηκε τρεμάμενη αλλά αυστηρή η φωνή της : “Εμπρός”. Οι δύο άντρες πέρασαν την πύλη του προθαλάμου. Ο Βρατσάνος κάνει έντονη αναφορά για το πρόσωπο της. μιλάει για μια αυστηρή φυσιογνωμία, αλλά συνάμα πανέμορφη και πολύ συμπαθητική, παρόλα τα έντονα σημάδια του χρόνου πάνω της. Δίνει βάρος στα “κατάλευκα σα μαργαριτάρια” δόντια της και το πολύ γραφικό στόμα της, με τα θερμά χείλη που ήταν “πλήρη αίματος” όπως λέει χαρακτηριστικά. Η επιδερμίδα της ήταν έντονα λευκή και διάφανη σε πλήρη αρμονία με τον κατάλευκο μανδύα της, φέρνοντας στο νού τις μυροφόρες γυναίκες της Γαλιλαίας.

Η Δούκισσα καθόταν μπροστά σε ένα τζάκι ακίνητη ώς “άγαλμα Δρυϊδος”, επιβάλλοντας λόγω της απόκοσμης και υπερφυσικής παρουσίας της απόλυτο και αυστηρό σεβασμό στον επισκέπτη. Τους είπε να καθήσουν, δίχως να τους κοιτάξει, ούτε κάν κουνήθηκε, αλλά τέντωσε μόνο το χέρι της δείχνωντας κάτι καθίσματα. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω σε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο. Παντού υπήρχε μια ταφική σιγή. Η Δούκισσα εντελώς αμίλητη, είχε στρέψει τα μάτια της στον ουρανό, ο Κόμης κοίταζε ένα βιβλίο που ήταν πάνω στο τραπέζι, ενώ ο αγχωμένος νέος πάνω στην αμηχανία του, μετρούσε τις σπίθες που πετάγονταν απο τη φωτιά.

Κάποια στιγμή, η Δούκισσα έβαλε τον Κόμη να ρωτήσει το νεαρό αν ήθελε πραγματικά να γίνει ο γραμματέας της και αν είχε σκοπό να μείνει για πολύ. Ο Κόμης μετέδωσε την ερώτηση στο Βρατσάνο και εκείνος απάντησε ευγενέστατα και με άπειρο σεβασμό οτι το ήθελε πραγματικά. Η μόνη αντίδραση της Δούκισσας ήταν μονάχα ένα στιγμιαίο βλέμμα πρός αυτόν. Ύστερα του είπε οτι του παραχωρεί προσωρινά κατοικία εντός του μεγάρου. Η Δούκισσα σηκώθηκε απο το κάθισμα της, με ένα επιβλητικό ύφος που στο Βρατσάνο έδωσε την εντύπωση μεγαλόπρεπης μάγισσας. Αποχώρησε απο το δωμάτιο με αργό και συρτό βήμα ενώ τα πέπλα σερνόντουσαν απο πίσω της. Ο Κόμης όρμησε καταενθουσιασμένος κατα πάνω στο νέο και τον συνεχάρηκε για αυτή του τη στάση διαβεβαιώνοντας τον οτι είχε κερδίσει την εύνοια της.

Ύστερα η Δούκισσα επανήλθε και κάθησε στην αρχική της θέση, αφήνωντας ένα ελαφρό αναστεναγμό, δίχως να προφέρει λέξη. Σε κάποια στιγμή σηκώθηκε απότομα, και έδωσε στο νέο 20 γαλλικά τάληρα και κατόπιν γύρισε πίσω στην καρέκλα της. Έβαλε πάλι τον Κόμη να του πεί οτι αυτά τα χρήματα ήταν δωρεά και όχι προκαταβολή. Αργότερα είπε : ” Είμαι γραία ασθενής, απομεμονωμένη του κόσμου και έχω ανάγκην στηρίγματος. Ίσως η παιδική αυτή καρδιά μοι χρησιμεύσει ώς στήριγμα του γήρατος μου”. Έκλεισε τα μάτια της και σώπασε. Μετά απο λίγο σηκώθηκε ξανά απο τη θέση της δίνοντας τους με την ευγενική και λεπτή πάντα συμπεριφορά της να καταλάβουν οτι η επίσκεψη έλαβε τέλος. Εκείνοι υποκλίθηκαν στη μεγαλειότητα της και αποχώρησαν.

Ύστερα απο αυτό ο Βρατσάνος έζησε μια πολύ μεγάλη περιπέτεια που αν και στην αρχή είναι αστεία, αργότερα καταλήγει σε δράμα. Πρόκειται για μια δοκιμασία, μια “μύηση” θα λέγαμε του νέου στον πολλές φορές ανατριχιαστικό χαρακτήρα της Δούκισσας.

Ο Δ.Βρατσάνος ήταν έτοιμος λοιπόν να εγκατασταθεί στο σπίτι που του παραχωρούσε η Δούκισσα εντός της αυλής της, αλλά είχε ένα τεράστιο πρόβλημα. Να πάρει μαζί του τα έπιπλα του ή όχι ; Όσο και αν σας φαίνεται αστείο αυτό, ήταν μεγάλο πρόβλημα για το φουκαρά νέο. Αν δεν τα ‘παιρνε μαζί του, τότε κινδύνευε να ακούσει κάποια παρατήρηση λ.χ ” Κύριε Γραμματέα, έπρεπε να φέρετε τα δικά σας έπιπλα. Το σπίτι μου δεν είναι ξενοδοχείο.” Σκέφτηκε ακόμα την περίπτωση, να υποψιαστεί οτι επίτηδες δεν έφερε τα έπιπλα του για να καταχραστεί τα δικά της. Απο την άλλη πλευρά δεν μπορούσε να τα φέρει χωρίς να έχει πάρει άδεια απο την ίδια, γιατί όσο εύκολα του έδινε ένα σπίτι, άλλο τόσο εύκολα μπορούσε να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα. “Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα” λοιπόν !

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να αποφασίσει. Μέση λύση δεν έβρισκε. Επέλεξε λοιπόν να πάρει τα έπιπλα μαζί του και ξεκίνησε με άμαξα για τα Ιλίσσια Ανάκτορα. Έκανε όμως ένα τεράστιο λάθος. Ενώ έπρεπε να βρίσκεται εκεί στις 10:00 όπως είχαν συμφωνήσει εκείνος έφτασε εκεί μισή ώρα νωρίτερα. Φτάνοντας εκεί, χτύπησε την αυλόπορτα. Εκείνη τη στιγμή η Δούκισσα ήταν στον κήπο και έδινε εντολές σε δύο χτίστες για ένα νέο οικοδόμημα. Άκουσε τον θόρυβο της άμαξας και ρώτησε το θυρωρό :

– ” Ποιός τολμάει να διαταράσσει τις σκέψεις μου αυτή την ώρα”;
Ο θυρωρός της απάντησε οτι ήταν ο νέος γραμματέας. Η Δούκισσα έβγαλε έβγαλε τότε το αργυρό ρολόι της και είπε εντελώς αδιάφορα :
– ” Δεν είναι ακόμα δέκα” και εξακολούθησε να δίνει τις οδηγίες της στους χτίστες.
– “Να του πώ να περιμένει έξω”; τόλμησε να ρωτήσει ο κακομοίρης θυρωρός.
– “Ποιός” ;
– ” Ο κύριος γραμματέας”.
– ” Ο δικός μου”;
– ” Μάλιστα”.
– ” Νόστιμο και τούτο. Δηλαδή μου λές να δεχτώ δύο γραμματείς ; Τον ένα στις 9:30 και τον άλλο στις 10:00 “;
– “Μάλιστα Κυρία Δούκισσα” απάντησε εντελώς αφελέστατα ο θυρωρός.
– ” Δημήτρη είσαι ένας ανόητος” ! Τι θα τους κάνω δύο ;
– ” Έχετε απόλυτο δίκιο”.
– ” Άκουσε λοιπόν. Βεβαίως αυτός που ήρθε πρίν τις 10:00 δεν είναι ο γραμματέας μου, επομένως δεν μπορώ να τον δεχθώ”.
– “Στις διαταγές σας”.
– ” Μην βιάζεσαι. Πάρε το ρολόι μου και πρόσεχε : ένα δευτερόλεπτο πρίν και ένα δευτερόλεπτο μετά τις 10:00, δεν θα ανοίξεις σε κανένα. Αλλιώς……”

Ο Βρατσάνος είχε ακούσει τα πάντα και περίμενε. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο θυρωρός με δύο ιππότες.
Οι πύλες άνοιξαν και ο γραμματέας μπήκε μέσα μαζί με τα πράγματα του αγχωμένος για το πώς θα τον αντιμετωπίσει ή Δούκισσα. Τότε ακούστηκε μια φρικτή κραυγή “Α, ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ”. Στην κραυγή αυτή μαρμάρωσαν οι πάντες απο τον τρόμο ενώ κρύος ιδρώτας είχε λούσει τον δύστηχο γραμματέα απο πάνω ώς κάτω. Της μίλησε με τα πιο ευγενικά λόγια και με τρεμάμενα χείλη έσκυψε γεμάτος τρόμο να τις φιλήσει το χέρι. Εκείνη δεν απέσυρε το χέρι της, κάτι που ο Βρατσάνος το έλαβε ως καλό οιωνό. Αμ’δέ !

– “Κύριε γραμματέα, με κάνατε να τρομάξω…..τι είναι εκείνα τα κόκκινα πράγματα που φέρνουν μέσα οι υπηρέτες κύριε γραμματέα ; (εννοώντας φυσικά τα έπιπλα)
– “Κυρία είναι κάτι έπιπλα”
– “Α, κύριε γραμματέα ! Προξενούν φρίκη. Έχουν την όψη γκιλοτίνας. Να τα κάψεις ! (;;;) Να τα κάψεις !! ΝΑ ΤΑ ΚΑΨΕΙΣ!!! Και λέγοντας αυτά, απέσυρε το χέρι της και έφυγε επιβλητική ως “κεφαλή Μεδούσης” όπως γράφει ο ίδιος.

Ο δύστηχος γραμματέας, τα χάνει, δεν ξέρει τι να κάνει. “Πύρ” αναφώνησε μια φορά η Δούκισσα. “ΠΥΡ” επανέλαβε εντονότερα δείχνοντας επιτακτικά με το χέρι της τους υπηρέτες που κουβαλούσαν τα έπιπλα.

– “Κυρία Δούκισσα έλεος ! Για χάρη των αθώων καθισμάτων μου”.
– “Πύρ, εδώ στο μέσον της αυλής”.
– “Τουλάχιστον Κυρία Δούκισσα μεταβάλλεται την ποινή τους σε αιώνια εξορία. Ήταν οι σύντροφοι των νιάτων μου”.
– “Πύρ” φώναξε ανελέητα και τα έπιπλα κάηκαν.

Η Δούκισσα πλησίασε ύστερα το λυπημένο νέο :

– “Βεβαίως σας στενοχώρησα φίλε μου….” Η φωνή της ήταν τόσο γλυκιά λέγοντας αυτά που ο Βρατσάνος κυριολεκτικά δεν πίστευε στα αυτιά του.

– “Καθόλου. Η Κυρία Δούκισσα έπραξε όπως επιθυμούσε. Ο άνθρωπος της υπηρεσίας της μένει ευχαριστημένος.”

– “Ω Θεέ μου ! Αλλά σας στέρησα τις αναμνήσεις της νεότητας σας, το γνωρίζω”.

– “Είναι αλήθεια Κυρία Δούκισσα, αλλά παρηγορούμαι γιατί μου μένει ακόμα εκείνο το τραπέζι”. ( τι ήθελε και το’πε)

– “Α! Μένει εκείνο το τραπέζι. Πέτρο ! Πύρ! Κάψε γρήγορα εκείνο το τραπέζι που μοιάζει με νεκροκρέβατο. Θεέ μου τι ελάττωμα που έχουν αυτοί οι Ανατολίτες. Και στον περίπατο τους ακόμα, είναι ικανοί να σέρνουν μαζί τους όλα τα πράγματα του σπιτιού τους”.

Τότε ήταν που ο Βρατσάνος άρχισε να σκέφτεται ποιά θα ήταν απο δώ και στο εξής η θέση του απέναντι της.

– “Κύριε γραμματέα, τώρα είστε δικός μου. Μπορείτε να πείτε στον αμαξηλάτη σας να αποχωρήσει, διότι δεν μου αρέσουν καθόλου οι φουστανέλλες και τα σηκωμένα μουστάκια. Κάποτε συναντήθηκα με ληστές και ξέρω να τους διακρίνω”.

Είπε στην υπηρέτρια της Μαρία να τον συνοδέψει στο δωμάτιο του και του έδωσε κάποιον για υπηρέτη του.

Η Δούκισσα εντυπωσιάστηκε που ο νεαρός γραμματέας δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ, ειδικά όταν της είπε οτι δεν νιώθει κανένα μίσος για αυτήν, λόγω του οτι δεν του το επέτρεπε η πίστη του μιάς και ήταν Χριστιανός. Η Δούκισσα τον χαρακτήρισε ώς ιππότη και φιλόσοφο. Τελειώνοντας η Δούκισσα του είπε : ” Έλα μαζί μου…..σκύψε και πάρε μια χούφτα στάχτη απο τα πράγματα σου σαν ενθύμιο. Λέγοντας αυτό δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξέσπασε : “Εχω και εγώ ολίγην τέφραν ιεράν ! Και τη φυλλάτω… Ω! Τη φυλλάτω “!!! ( εννοώντας τη στάχτη της κόρης της). Λυγμοί έπνιξαν την φράση της αυτή και τα ζωηρά μάτια της πλημμύρισαν απο δάκρυα. Το πρόσωπο της μεταμορφώθηκε ξαφνικά. Απο δύστροπο και αυστηρό έγινε συμπαθητικό, γλυκήτατο και γαλήνιο. Έσκυψε αργά το κεφάλι της και με αργά χαρακτηριστικά βήματα, αποσύρθηκε. Ο Βρατσάνος γνώριζε πολύ καλά οτι τίποτα απο όλα αυτά δεν έκανε η Δούκισσα απο κακία. Την είχε ψυχολογήσει. Τα πάντα της θύμιζαν κάτι απο την τραγική ζωή της. Τα κόκκινα σκεπάσματα των επίπλων έφερναν στο νού της τη Γαλλική Επανάσταση. Οι φλόγες της θύμισαν την πυρκαγιά στο σπίτι της η οποία αποτέφρωσε και το σώμα της κόρης της. Θεώρησε το τραπέζι του γραμματέα ως το φέρετρο της. Όλα μαζί αυτά της προκάλεσαν παράκρουση απο αυτές που είχε τακτικά απο την πυρκαγιά του σπιτιού της και έπειτα…..ύστερα θυμάται οτι είχε μαζέψει λίγη στάχτη,οτι μπορούσε να μαζέψει απο τη νεκρή Ελίζα και ξεσπάει σε κλάματα.

Ύστερα απο το συμβάν, ο Βρατσάνος αποσύρθηκε στη νέα του κατοικία όταν ήρθε εκεί η υπηρέτρια Μαρία. Έπιασαν συζήτηση για τη δυστηχισμένη γυναίκα ώσπου η κουβέντα κατέληξε με την Μαρία να του διηγήται την δικιά της μαρτυρική ιστορία. Του εξήγησε πόσο υπέφερε δίπλα στη Δούκισσα. Του είπε οτι το πραγματικό της όνομα ήταν Σοφία που η Δούκισσα της άλλαξε για να μην έχουν το ίδιο όνομα (;) Της έκοψε τα μαλλιά που τόσο της άρεσαν, γιατί έμοιαζαν με τα μαλλιά της κόρης της.

Η ιστορία με τα κομμένα μαλλιά ήταν ένας ολόκληρος εφιάλτης για την καημένη υπηρέτρια. Ο Βρατσάνος την παρακάλεσε να του πεί όλη την ιστορία.

– “Μην με ρωτάτε κύριε γιατί θυμάμαι τη στιγμή εκείνη και παγώνω, τρέμω ολόκληρη, μου έρχονται σπασμοί”.

Η καρδιά του Βρατσάνου ήταν έτοιμη να σπάσει περιμένοντας να ακούσει την εφιαλτική διήγηση.
– “Κανείς δεν είδε οτι εγώ. Είδα τον ίδιο τον Χάροντα ολόζώντανο πάνω απο το κεφάλι μου. Δεν κρατούσε δρεπάνι, αλλά ένα πελώριο και φοβερό ψαλίδι. Και αυτός ήταν η ίδια η Δούκισσα. Απορώ και εγώ πώς το μυαλό μου δεν σάλεψε εκείνη τη στιγμή. Ω ! Είναι φρικτό το πόσο απότομα αλλάζει η φυσιογνωμία αυτής της γυναίκας. Εκεί που είναι όμοια με Άγγελο, στιγμιαία μεταμορφώνεται σε Δαίμονα αποτρόπαιο !

Ένα πρωί λοιπόν, καθόμουν και χτένιζα τα κατάξανθα μαλλιά μου που ήταν τόσο μακριά που μου έφταναν ώς τις φτέρνες. Ήταν πολύ νωρίς. Δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο τα γαυγίσματα των σκύλλων. Είχα λύσει τις πλεξούδες μου και τα μαλλιά μου με σκέπαζαν. Που να φανταστώ οτι εκείνη την ώρα η Δούκισσα ήταν ξύπνια. Ήρθε και κάθισε απέναντι μου. Την είδα ξαφνικά με τα λευκά πέπλα της να κάθεται σιωπηλή και εντελώς ακίνητη. Το βλέμμα της άστραφτε (;;;) Κατατρόμαξα ! Σε μια στιγμή που φάνηκε οτι είδα φάντασμα. Η όψη της, ήταν όπως η όψη του νεκρού. Ήταν σα να βγήκε απο τον τάφο. Ούρλιαξα κατατρομοκρατημένη και ύστερα…..και ύστερα… κοκκάλωσα ! Ήταν τόσο αλλαγμένη που σίγουρα δεν θα την αναγνώριζα αν δεν ήταν εκεί ο απαίσιος Ουάζεκ, ο σκύλος της. “Εσείς εδώ Κυρία Δούκισσα”; τη ρώτησα. Εκείνη δεν μου έδωσε καμία απάντηση αλλά σηκώθηκε σιωπηλή με σφιγμένα τα χείλη της, ρίχνωντας τον χιτώνα που την κάλυπτε. Σήκωσε το χέρι της στον αέρα αργά-αργά, στο οποίο κρατούσε κάτι λαμπερό και κοφτερό. Κινήθηκε πρός το μέρος μου σαν σκέλεθρο θανάτου. Με πλησίασε σιγά-σιγά, το ίδιο και ο σκύλος της, που άρχισε να με μυρίζει σε όλο μου το σώμα. Η αναπνοή του με έκανε να παραλύσω. Η φωνή μου χάθηκε. Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Με κυρίεψε ο τρόμος. “Μαρία”, φώναξε η Δούκισσα απότομη και απειλητική. “¨Κυρία”, τραύλισα και έσκυψα το κεφάλι μου. Η Δούκισσα έβαλε το χέρι της πάνω στα μαλλιά μου, νιώθωντας εκείνα τα κοκκαλωμένα και ξερά δάχτυλα να μπλέκονται μέσα στις πλεξούδες μου. “Θεέ μου έλεος” φώναξα αλλά είχα παραλύσει απο την φρίκη. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Συγχρόνως, ένιωθα το παγωμένο σίδερο να οργώνει το κεφάλι μου……όταν συνήλθα, κρύος άνεμος έλουζε το γυμνό κεφάλι μου. Η Δούκισσα άφαντη. Είμουν ολομόναχη στο δωμάτιο. Ένα δάκρυ έσταξε απο τα μάτια μου……”

Η Μαρία του είπε οτι ο θάνατος της κόρης της, την κάνει να σπαράζει απο το κλάμα, να ουρλιάζει, να οδύρεται. Παθαίνει τακτικές παρακρούσεις. Όλοι οι άνθρωποι τότε γύρω της γίνονται ζωύφια που ευχαρίστως θα ποδοπατούσε χωρίς και πάλι να ευχαριστιέται. Όταν όμως συνέρχεται, στενοχωριέται πραγματικά και μετανοιώνει που ξεσπάει είς βάρος άλλων, και τους ζητάει συγχώρεση αν τους έβλαψε γιατί δεν ήταν ο εαυτός της. Πάντα φροντίζει να επανορθώσει πρός αυτούς όπως έκανε και με τη Μαρία, προσφέροντας απίστευτα δώρα. Θέλει όλα τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της να είναι χαρούμενα. Κάποτε η ίδια είχε πεί στη Μαρία : ” Θέλω τα πρόσωπα των ανθρώπων μου να ομοιάζουν με ουρανόν. Βρέχει, βροντά, αστράπτει, είναι κατακλυσμός, όλος ο κόσμος κλαίει. Παρήλθεν όμως το κακόν, ο ουρανός γελά. Ο κόσμος λησμονεί οτι έκλαυσε”.

Την ώρα που τα έλεγαν αυτά, ακούστηκε η γνώριμη φωνή : “Μαρία”. Η υπηρέτρια εξαφανίστηκε και ο γραμματέας έμεινε μόνος του με αμέτρητες σκέψεις να τον βασανίζουν.

Τα Απομνημονεύματα του Δημοσθένη Βρατσάνου, τελειώνουν με κάποια σχόλια σχετικά με την διαμονή του στα Ιλίσσια.

1853. Η υγεία της Δούκισσας πηγαίνει απο το κακό στο χειρότερο. Συναναστρέφεται με ελάχιστους ανθρώπους. Διαμένει στα Ιλίσσια, ενώ στην Πεντέλη, δεν μπορεί να ανεβαίνει τόσο συχνά. Οι εργασίες όμως για την ανοικοδόμηση του Καστέλλου της Ροδοδάφνης συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό χωρίς την παραμικρή διακοπή.

1854. Και φτάνουμε στο τελευταίο έτος της ζωής της. Είναι πρωτομαγιά εκείνου του έτους.
Το πρόσωπο της έχει παραμορφωθεί τρομερά. Αρκείται στο να ακούει κάποια αγαπημένα της ποιήματα, πράγμα το οποίο ανέλαβε πρόθυμα να κάνει η αγαπημένη της φίλη, Ελένη Καψάλη Σκουζέ. Θέλησε να περπατήσει λιγάκι, αλλά συνδειτοποίησε οτι έχει τρομερή δυσκολία στο περπάτημα. Κάνει λίγα μόνο βήματα στην στοά των Ιλισσίων και αυτά με τη βοήθεια ενός υπηρέτη. Καταλαβαίνει οτι είναι οι τελευταίες μέρες της ζωής της και απομονώνεται στο δωμάτιο της. Την ίδια νύχτα πήγε και διανυκτέρευσε πλάϊ της ο γιατρός της, Ράϊζερ. Ο Ράϊζερ είχε απελπιστεί απο τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας της. Βαριά, σκοτεινή ατμόσφαιρα τυλίγει όλο το ανάκτορο. Όλο το υπηρετικό προσωπικό έμεινε ξάγρυπνο έξω απο την πόρτα του δωματίου της. Όλοι ήταν μελαγχολικοί γιατί ήξεραν οτι απο στιγμή σε στιγμή ο Άγγελος του Θανάτου θα έρθει για να ανακουφίσει μια και καλή αυτή την τόσο τυρρανισμένη και πικραμένη ψυχή. Σύντομα θα βρισκόταν δίπλα στην κόρη της και θα έπαιζαν πάλι μαζί σε κάποια γωνιά του Ουρανού. Μέσα στο δωμάτιο βρίσκεται μόνο ο Ράϊζερ και οι δύο σκύλοι της, ο Μπούρυ και ο Ουάζεκ όπου και αυτοί έχοντας συνδειτοποιήσει για το τι επρόκειτο να συμβεί, έχουν ακουμπήσει τα κεφάλια τους στο πάτωμα και βαριανασαίνουν συνεχώς. Αυτή η μαύρη ατμόσφαιρα διήρκησε οκτώ ημέρες. Το ξημέρωμα της 9ης Μαϊου του 1854, η Σοφία ντε Μαρμπουά, η θρυλική Δούκισσα της Πλακεντίας, ήταν πλέον νεκρή…..

Η Δούκισσα είχε κάποιες επιθυμίες πρίν πεθάνει. Η πρώτη απο αυτές φυσικά ήταν να ταφεί στην Πεντέλη στο αγαπημένο της Βουνό. Η δεύτερη επιθυμία της ήταν να μπεί στον τάφο και η τέφρα της κόρης της. Η τρίτη και τελευταία ήταν-χωρίς να είναι εξακριβωμένο-να πυροβολήσουν όλα τα σκυλιά της και να τα θάψουν δίπλα της.

Και ενώ κάποιοι ίσως θα περίμεναν να γίνει μια κοινότυπη ταφή και με όλους ανακουφισμένους και χαρούμενους που επιτέλους απαλλάχτηκαν απο μια ιδιότροπη, “παρανοϊκή” και “κακιά” γυναίκα, αντιθέτως, έγινε η πιο μεγαλόπρεπη κηδεία που είδε ποτέ αυτός ο τόπος. Κηδεία που θα ζήλευε ακόμα και ο βασιλιάς. Το υπηρετικό προσωπικό της, οι φίλοι της, οι Αθηναίοι και οι Πεντελιώτες βουτηγμένοι άπαντες στο πένθος, την κήδεψαν με βασιλικές τιμές, έτσι όπως αρμόζει σε ένα αληθινό ευεργέτη των Ελλήνων. Ήταν μια εκθαμβωτική γυναίκα με λαμπρό και θεϊκό πνεύμα. Μια γυναίκα που-κακά τα ψέμματα-δεν βρέθηκε ποτέ καμία άλλη στην Ελληνική Ιστορία ολόκληρη να της μοιάσει ούτε στο απειροελάχιστο. Η Δούκισσα της Πλακεντίας ήταν μία και μοναδική και παρέμεινε έτσι, όπως μοναδικό είναι και το Βουνό, το οποίο λάτρεψε και τίμησε όσο κανένα. Και στο χώμα εκείνου του Βουνού, τώρα θα παραδώσει το άψυχο κορμί της.

Καθώς περνούσε η άμαξα με το φέρετρο απο το Χαλάνδρι για να ανέβει στην Πεντέλη, οι Χαλανδριώτες χωρικοί, απέτησαν να κατεβάσουν το φέρετρο για λίγο και να το τοποθετήσουν στο κέντρο της πλατείας, δίπλα στην κρήνη που η περίφημη Γαλλίδα έφτιαξε για αυτούς, πρός γενικό προσκύνημα του χωριού. Η σκηνή ήταν έντονα συγκινητική βλέποντας ένα ολόκληρο χωριό να θρηνεί γονατιστό μπροστά απο το φέρετρο.

Αργότερα η απέραντη σε έκταση νεκρική πομπή κατευθήνθηκε πρός την Πεντέλη. Το φέρετρο τώρα κουβαλούσαν στα χέρια τους φίλοι και γνωστοί της Σοφίας, ενώ απο πίσω ακολουθούσαν αναρίθμητοι άνθρωποι, κάτοικοι των Αθηνών και των γύρω χωριών. Μια τεράστια μαύρη γραμμή είχαν σχηματίσει οι καλόγεροι της Ιεράς Μονής Πεντέλης με επικεφαλή τον Ηγούμενο. Σε κάποια στιγμή συγκεντρώθηκαν όλοι γύρω απο τον ανοιγμένο τάφο και ακολούθησαν ψαλμοί και τιμές. Οι άνθρωποι και όλο το Πεντελικό με τα δάση του, βογγούσαν και θρηνούσαν καθώς το φέρετρο κατέβαινε όλο και πιο κάτω για να ακουμπήσει στο ιερό έδαφος……και η Δούκισσα της Πλακεντίας ετάφη ! Δεν το πίστευε κανείς. Η επιγραφή του τάφου της λέει :

Sophie de Marbois
Douchesse de Plaisance
Francaise
nee a Philadelfie le 3 Avril 1785
decedee a Athenes le 14 Mai 1854

Έτσι λοιπόν έχασε η Αθήνα και η Αττική την μεγάλη ευεργέτιδα, φιλλέληνα και φιλάνθρωπο Σοφία ντε Μαρμπουά. Ο συγγραφέας και μεγάλος θαυμαστής της Δημήτριος Καμπούρογλου την αναφέρει ως πρότυπο γυναίκας σπάνιας εκπολιτιστικής δράσης, ιδεώδους αισθητικής αντίληψης, έξοχα ποιητικής. Χαρακτηρίζει την ψυχή της απόλυτα αναξάρτητη, κατέχουσα το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης, για το οποίο η ίδια αγωνιζόταν να δώσει στους γύρω της. την θεωρεί τέλος ύπαρξη έξοχης ανάπτυξης, κατεχόμενη απο τη μανία της να εκπαιδεύει τους άλλους.

Ύστερα απο την ταφή, η εφημερίδα “Η Ελπίς” έφραψε τα ωραιότερα λόγια για αυτήν :

” Την εβδομάδα ταύτην, απεβίωσεν η 25 έτη μεταξύ ημών ζήτασα Δούκισσα της Πλακεντίας, πολυειδώς ωφελήσασα την Ελληνικήν ημών κοινωνίαν. Έχει εφόδιον τας ευχάς και ευλογίας των πολλών, τους οποίους ευηργήτησεν. Αι μικραί ιδιοτροπίαι της, συνεπεία ίσως της χρονίας ασθενείας της, ήτις απο τριάκοντα ετών δυστηχώς την εβασάνιζεν, ουδένα έβλαψαν, πολλούς όμως ωφέλησαν και ουδέν αφαιρούσι του σεβασμού, τον οποίον το Κοινόν έτρεφε πρός αυτήν, ώς γυναίκα ενάρετον και φιλάνθρωπον”.

Η δυστηχισμένη όμως Δούκισσα της Πλακεντίας δεν μπόρεσε να βρεί γαλήνη που τόσο στερήθηκε στη ζωή της ούτε καν στον τάφο. Το 1946, επιδρομείς έφτασαν στο μνήμα της και το διέρρηξαν για να βρούν θησαυρούς και αφού δεν βρήκαν τίποτα, κατέστρεψαν τον τάφο και σκόρπισαν εδώ και’κεί τα κόκκαλα της.

Αυτό είναι και το τέλος της τραγικής ιστορίας της πολυαγαπημένης και αξιολάτρευτης απο τους Έλληνες Δούκισσας της Πλακεντίας…….

“Αφού η Πλακεντία απέθανεν,
αυτόν τον Μαϊον πενθώ”.

ΠΗΓΗ

Facebook

Likebox Slider Pro for WordPress